Μετάφραση του "salissant" σε Ελληνικά
Οι βρωμιά, ακαθαρσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salissant" σε Ελληνικά.
salissant
adjective
particle
masculine
γραμματική
-
βρωμιά
adjective feminineGarrison, tu as sali cette ville pour la dernière fois!
Γκάρισον, φέρνεις τη βρωμιά σου σ ' αυτή την πόλη για τελευταία φορά
-
ακαθαρσία
adjective feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salissant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "salissant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λερώνομαι
-
Σαλί Μπερίσα
-
βρομίζω · βρώμικος · λεκιάζω · λερώνω · ρυπαίνω · σπιλώνω
-
βρομίζω · βρώμικος · λεκιάζω · λερώνω · ρυπαίνω · σπιλώνω
-
βρομίζω · βρώμικος · λεκιάζω · λερώνω · ρυπαίνω · σπιλώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη