Μετάφραση του "sanscrit" σε Ελληνικά

Οι σανσκριτική, σανσκριτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sanscrit" σε Ελληνικά.

sanscrit noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σανσκριτική

    est veut dire "lumière" en sanscrit,

    είναι η σανσκριτική λέξη για το φως,

  • σανσκριτικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sanscrit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sanscrit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη