Μετάφραση του "sarcastique" σε Ελληνικά
Οι σαρκαστικός, ειρωνικός, χλευαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sarcastique" σε Ελληνικά.
sarcastique
adjective
masculine
γραμματική
Affecté par ou affichant une ironie ou moquerie méprisante ou dédaigneuse.
-
σαρκαστικός
adjectiveC'est ma manière sarcastique de dire que je le ferai pas.
Αυτός είναι ο σαρκαστικός τρόπος μου να σου πω ότι δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ.
-
ειρωνικός
AdjectivePas besoin d'être sarcastique avec moi, Bill Compton.
Δεν χρειάζεται να είσαι ειρωνικός μαζί μου, Μπιλ Κόμπτον.
-
χλευαστικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sarcastique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη