Μετάφραση του "saucisson" σε Ελληνικά

Οι λουκάνικο, σαλάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "saucisson" σε Ελληνικά.

saucisson noun masculine γραμματική

Saucisse qui est séchée et fermentée et peut être conservée sans réfrigération.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λουκάνικο

    noun neuter

    Du saucisson pour moi et de l'eau pour lui.

    Ένα κομμάτι λουκάνικο για μένα και νερό για'κείνον.

  • σαλάμι

    noun neuter

    Mais la famille a des liens très serrés, comme ce saucisson.

    Αλλά η οικογένεια ενωμένη είσαι σαν αυτό το σαλάμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " saucisson " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "saucisson"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "saucisson" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη