Μετάφραση του "schisme" σε Ελληνικά

Οι σχίσμα, διχασμός, Σχίσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schisme" σε Ελληνικά.

schisme noun masculine γραμματική

Division ou séparation formelle à l'intérieur d'une institution religieuse.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχίσμα

    noun neuter

    Division ou séparation formelle à l'intérieur d'une institution religieuse.

    Tu vois, c'est le schisme philosophique entre un étudiant de sciences appliquées et un étudiant d'astrophysiques.

    Βλέπεις αυτό είναι το φιλοσοφικό σχίσμα ανάμεσα σε ένα φοιτητή της εφαρμοσμένης επιστήμης και ένα φοιτητή του σύμπαντος.

  • διχασμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schisme
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχίσμα

    θρησκευτικός όρος

    Qu'est-ce qui a causé le schisme en 1431?

    Τι συνέβη το 1431 και προκλήθηκε το Σχίσμα;

Φράσεις παρόμοιες με "schisme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη