Μετάφραση του "schnitzel" σε Ελληνικά

Το σνίτσελ είναι η μετάφραση του "schnitzel" σε Ελληνικά.

schnitzel noun masculine

spécialité culinaire autrichienne

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σνίτσελ

    Ce schnitzel provenait d'une vache importée de Vienne.

    Το σνίτσελ ήλθε από μια σπουδαία Βιεννέζικη αγελάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schnitzel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schnitzel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη