Μετάφραση του "sciatique" σε Ελληνικά

Το ισχιαλγία είναι η μετάφραση του "sciatique" σε Ελληνικά.

sciatique adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχιαλγία

    noun feminine

    Bien qu'une large poitrine puisse causer des maux de dos et de sévères sciatiques

    Το μεγάλο στήθος μπορεί να προκαλέσει πόνο στην πλάτη και σοβαρή ισχιαλγία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sciatique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sciatique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη