Μετάφραση του "sciatique" σε Ελληνικά
Το ισχιαλγία είναι η μετάφραση του "sciatique" σε Ελληνικά.
sciatique
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ισχιαλγία
noun feminineBien qu'une large poitrine puisse causer des maux de dos et de sévères sciatiques
Το μεγάλο στήθος μπορεί να προκαλέσει πόνο στην πλάτη και σοβαρή ισχιαλγία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sciatique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη