Μετάφραση του "scierie" σε Ελληνικά
Το πριονιστήριο είναι η μετάφραση του "scierie" σε Ελληνικά.
scierie
noun
feminine
γραμματική
-
πριονιστήριο
neuterCelui qu'elle a trafiqué, destiné au public, présente une scierie obtenant de beaux bénéfices.
Το ψεύτικο, για τα μάτια του κόσμου, δείχνει ότι το πριονιστήριο έφερνε μεγάλα κέρδη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scierie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scierie"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη