Μετάφραση του "scooter" σε Ελληνικά

Οι σκούτερ, μοτοποδήλατο, μηχανάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scooter" σε Ελληνικά.

scooter noun masculine γραμματική

Petite motocyclette ayant un cadre ouvert et un plancher pour les pieds.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκούτερ

    noun neuter

    scouteur [..]

    Pappu était sur un scooter et un camion l'a renversé.

    Ο Παπού ήταν σ'ένα σκούτερ κι ένα φορτηγό πέρασε από πάνω του.

  • μοτοποδήλατο

    noun neuter

    scouteur [..]

    J'ai acheté un scooter quand j'avais 16 ans.

    Αγόρασα ένα μοτοποδήλατο στην ηλικία των δεκαέξι ετών.

  • μηχανάκι

    noun

    Howard était sur son scooter, et s'est fait frapper par un camion.

    Ο Χάουαρντ οδηγούσε το μηχανάκι του και τον χτύπησε ένα φορτηγό.

  • παγοθραυστικό

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scooter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "scooter"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scooter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη