Μετάφραση του "sec" σε Ελληνικά
Οι στεγνός, ξηρός, ξερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sec" σε Ελληνικά.
sec
adjective
noun
masculine
γραμματική
(Presque) dépourvu de liquide ou d'humidité. [..]
-
στεγνός
adjective masculine(Presque) dépourvu de liquide ou d'humidité.
Je trouve l'air de votre pays très sec.
Ο αέρας στην χώρα σου είναι πολύ στεγνός.
-
ξηρός
adjective masculine(Presque) dépourvu de liquide ou d'humidité.
Les vins des Cairanne sont des vins rouges et blancs, tranquilles et secs.
Οι οίνοι Cairanne είναι ερυθροί και λευκοί μη αφρώδεις και ξηροί οίνοι.
-
ξερός
adjectiveEn hiver, les adultes s’abritent dans un endroit sec où ils hibernent.
Το χειμώνα, τα ενήλικα πέφτουν σε νάρκη σε ξερά και προστατευμένα σημεία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξερό
- ξηραίνω
- ξηρασία
- στεγνώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sec " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sec"
Φράσεις παρόμοιες με "sec" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξηρή (εν)απόθεση
-
άσπρο πάτο
-
τινάζω
-
πιστολάκι · σεσουάρ
-
νεώριο
-
χρειάζομαι ένα ποτό
-
ξηρός χλοοτάπητας (ξηρό χλοόστρωμα)
-
Στεγνό καθάρισμα · στεγνό καθάρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη