Μετάφραση του "section" σε Ελληνικά
Οι τμήμα, τομέας, ενότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "section" σε Ελληνικά.
section
noun
feminine
γραμματική
Une des parties en lesquelles se divise une unité. [..]
-
τμήμα
noun neuterLa section peut constituer des groupes de travail.
Το τμήμα δύναται να συγκροτήσει ομάδες εργασίας.
-
τομέας
noun masculineLa section K sera ajoutée en fonction des résultats d'études pilotes préliminaires.
Ο τομέας Κ θα περιληφθεί με την επιφύλαξη προηγουμένων επιτυχών πιλοτικών μελετών.
-
ενότητα
nounLes conventions de subvention comprennent une section consacrée aux «connaissances préexistantes et aux résultats».
Οι συμφωνίες επιχορήγησης περιλαμβάνουν ενότητα σχετικά με το ιστορικό και τα αποτελέσματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κεφάλαιο
- διατομή
- υποδιαίρεση
- διάταξη ενότητας
- τμήμα φρούτου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " section " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "section" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενότητα λεπτομερειών
-
ζώνη εργασιών
-
εγγράψιμη ενότητα
-
τομή
-
ενότητα παρουσίασης
-
ενότητα δηλώσεων
-
κρίσιμη ενότητα
-
επαναλαμβανόμενη ενότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη