Μετάφραση του "segmenter" σε Ελληνικά

Οι μοιράζω, τέμνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "segmenter" σε Ελληνικά.

segmenter verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοιράζω

    verb

    Ces aides sont souvent segmentées entre différents groupes: jeunes, seniors, personnes handicapées, personnes défavorisées, etc.

    Συχνά η ενίσχυση αυτή μοιράζεται σε διάφορες ομάδες: νέους, ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία, μειονεκτούντα άτομα, κ.λπ.

  • τέμνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " segmenter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "segmenter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "segmenter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη