Μετάφραση του "sentence" σε Ελληνικά

Οι καταδίκη, κρίση, έκφραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sentence" σε Ελληνικά.

sentence noun feminine γραμματική

Punition imposée à une personne reconnue coupable d'un crime.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδίκη

    noun feminine

    Mais j'allais rendre ma sentence officielle avec le marteau.

    Μα ήμουν έτοιμη να χτυπήσω με το σφυράκι μου, επικυρώνοντας την καταδίκη.

  • κρίση

    noun feminine

    Leur sentence était sans appel.

    Όταν εξέταζαν την κρίση, ο λόγος τους ήταν τελεσίδικος.

  • έκφραση

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνώμη
    • καταδικαστική απόφαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sentence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sentence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θανατική καταδίκη · θανατική ποινή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sentence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη