Μετάφραση του "servile" σε Ελληνικά
Το δουλικός είναι η μετάφραση του "servile" σε Ελληνικά.
servile
adjective
masculine
γραμματική
Soumis et privé d'originalité.
-
δουλικός
adjectiveLes ordures les plus minables, misérables, serviles, pathétiques qui aient été chiées depuis que la terre existe.
Η πιο άθλια, δουλική, κακομοίρικη ράτσα... που γνώρισε ο πολιτισμός!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " servile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη