Μετάφραση του "shopping" σε Ελληνικά
Το Αγορές είναι η μετάφραση του "shopping" σε Ελληνικά.
shopping
noun
masculine
γραμματική
magasinage (Can.) [..]
-
Αγορές
activité de sélection et d'achat
Beaucoup de gens peuvent faire du shopping sans devenir des acheteurs compulsifs.
Πολλοί άνθρωποι μπορούν να αγοράζουν χωρίς να γίνονται εθισμένοι στις αγορές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shopping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "shopping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάστημα · ψωνίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη