Μετάφραση του "simultané" σε Ελληνικά
Οι ταυτόχρονος, σιμουλτανέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simultané" σε Ελληνικά.
simultané
adjective
masculine
γραμματική
-
ταυτόχρονος
επίθετο masculineEn effet, un contrôle simultané est fondamentalement un cadre structuré pour l'échange d'informations entre plusieurs administrations fiscales.
Πράγματι, ο ταυτόχρονος έλεγχος αποτελεί ουσιαστικά ένα διαρθρωμένο πλαίσιο για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ περισσοτέρων φορολογικών διοικήσεων.
-
σιμουλτανέ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " simultané " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη