Μετάφραση του "sinusite" σε Ελληνικά

Οι ιγμορίτιδα, Ιγμορίτιδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sinusite" σε Ελληνικά.

sinusite noun feminine γραμματική

Inflammation d'un sinus ou des sinus.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιγμορίτιδα

    noun feminine

    Inflammation d'un sinus ou des sinus.

    Sutton souffrait de sinusites chroniques

    Ο Σάτον υπέφερε από χρόνια ιγμορίτιδα.

  • Ιγμορίτιδα

    infection des sinus

    Sutton souffrait de sinusites chroniques

    Ο Σάτον υπέφερε από χρόνια ιγμορίτιδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sinusite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sinusite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη