Μετάφραση του "sisal" σε Ελληνικά
Το σιζάλ είναι η μετάφραση του "sisal" σε Ελληνικά.
sisal
noun
masculine
γραμματική
(Agave sisalana) Plante de la famille des Agavacées (Agavaceae).
-
σιζάλ
Ficelles lieuses ou botteleuses pour machines agricoles, en sisal et autres fibres de la famille des agaves
Σπάγκοι για δεσίματα ή δεματιάσματα, για αγροτικές μηχανές, από σιζάλ ή από άλλες ίνες του είδους Αgave
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sisal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη