Μετάφραση του "sniper" σε Ελληνικά

Το ελεύθερος σκοπευτής είναι η μετάφραση του "sniper" σε Ελληνικά.

sniper noun masculine γραμματική

Personne utilisant une petite arme à longue portée pour des attaques précises depuis une position cachée.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος σκοπευτής

    noun masculine

    Le sniper suspect est considéré comme armé et dangereux.

    Ο ύποπτος ελεύθερος σκοπευτής θεωρείται οπλισμένος και επικίνδυνος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sniper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sniper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη