Μετάφραση του "soif" σε Ελληνικά
Οι δίψα, λαχτάρα, πόθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soif" σε Ελληνικά.
soif
noun
feminine
γραμματική
Désir, envie, besoin de boire. [..]
-
δίψα
noun feminineDésir, envie, besoin de boire. [..]
Ces derniers temps avez-vous un sentiment de soif plus prononcé ?
Τον τελευταίο καιρό έχετε ένα πιό έντονο αίσθημα δίψας;
-
λαχτάρα
noun feminineMais j'ai ma soif de sang qui me titille.
Αλλά έχω και τη πελώρια λαχτάρα για αίμα, οπότε το καταλαβαίνω.
-
πόθος
noun masculineDonc chaque corps a ses besoins, ses soifs, ses zones de confort.
Κάθε σώμα έχει τις δικές του ανάγκες, τους πόθους του, μέρη όπου νιώθει άνετα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πείνα
- λαχταρώ
- ποθώ
- λιγουρεύομαι
- λιμπίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soif " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "soif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρειάζομαι ένα ποτό
-
διψάω · διψώ
-
διψώ · είμαι διψασμένος · θέλω κάτι να πιω
-
διψάω · διψώ
-
διψώ · είμαι διψασμένος · θέλω κάτι να πιω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη