Μετάφραση του "son" σε Ελληνικά

Οι ήχος, πίτουρο, της είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "son" σε Ελληνικά.

son noun masculine γραμματική

Appartenant à elle. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήχος

    noun masculine

    Sensation auditrice produite par les oscillations, le stress, la pression, le déplacement de particules, et la vitesse des particules dans un milieu avec des forces internes ; variation de pression que l'oreille humaine peut détecter.

    Finalement, hier soir, l'image et le son sont revenus.

    Τελικά, χθες το απόγευμα, η εικόνα και ο ήχος αποκαταστάθηκαν.

  • πίτουρο

    noun neuter

    Une semaine de jeune au son et a l'eau.

    Μία βδομάδα πίτουρο και νερό.

  • της

    pronoun feminine

    Elle appela sa mère au téléphone.

    Τηλεφώνησε στη μητέρα της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • του
    • φθόγγος
    • ακοή
    • δικός του
    • Ήχος
    • ακούω
    • ηχώ
    • χτυπάω
    • μιλιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " son " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "son"

Φράσεις παρόμοιες με "son" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "son" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη