Μετάφραση του "soupape" σε Ελληνικά
Το βαλβίδα είναι η μετάφραση του "soupape" σε Ελληνικά.
soupape
noun
feminine
γραμματική
-
βαλβίδα
noun feminineS’assurer que la soupape de la bouteille est bien fermée lorsqu’elle n’est pas utilisée.
Να εξακριβώνεται ότι όταν η φιάλη δεν χρησιμοποιείται, η βαλβίδα της είναι κλειστή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soupape " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "soupape"
Φράσεις παρόμοιες με "soupape" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κωμική ανακούφιση
-
ασφαλιστική βαλβίδα
-
βαλβίδα ασφαλείας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη