Μετάφραση του "sourd" σε Ελληνικά
Οι κουφός, κωφός, άηχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sourd" σε Ελληνικά.
sourd
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Qui est privé du sens de l’ouïe [..]
-
κουφός
adjective masculineQui est privé du sens de l’ouïe
Personne d'autre que moi ne peut t'entendre et je suis sourd!
Μόνο εγώ μπορώ να σε ακούσω και είμαι κουφός!
-
κωφός
adjective masculineLes sourds ont leurs propres écoles, leur propre langage.
Οι κωφοί έχουν δικά τους σχολεία, δική τους γλώσσα.
-
άηχος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπόκωφος
- αδιάφορος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sourd " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sourd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κωφάλαλος
-
είμαι κουφός
-
κωφάλαλος
-
Κουφομπεκάτσινο
-
είμαι κουφός
-
Άηχο διπλοχειλικό στιγμιαίο σύμφωνο
-
προέρχομαι
-
τηλεφωνική συσκευή για κωφούς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη