Μετάφραση του "sphincter" σε Ελληνικά

Το σφιγκτήρας είναι η μετάφραση του "sphincter" σε Ελληνικά.

sphincter noun masculine

Muscle en forme d'anneau qui se relâche ou se resserre pour ouvrir ou fermer un passage ou une ouverture dans le corps.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφιγκτήρας

    noun masculine

    Le sphincter anal de la victime s'est relaché au moment de la mort, le faisant déféquer.

    Ο σφιγκτήρας του πρωκτού του χαλάρωσε λόγω του θανάτου, προκαλώντας αφόδευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sphincter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sphincter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη