Μετάφραση του "station" σε Ελληνικά

Οι σταθμός, σιδηροδρομικός σταθμός, στάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "station" σε Ελληνικά.

station noun feminine γραμματική

lieu où s’arrête un véhicule [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταθμός

    noun masculine

    Endroit (souvent avec des bâtiments et des services adaptés) le long d'une ligne ou d'une route où un bus, un train, etc. s'arrête pour prendre de l'essence ou faire monter ou descendre des passagers ou des biens.

    Je me trouve juste en dessous d'une des stations les plus importantes de Sydney.

    Στέκομαι ακριβώς κάτω από έναν από τους πιο πολυσύχναστους σταθμούς του Sydney.

  • σιδηροδρομικός σταθμός

    noun masculine

    La station de chemin de fer.

    Αυτός είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός.

  • στάση

    noun feminine

    Utilise une main légère et tu auras côté droit dans la station du centre-ville

    Φρέναρε απαλά και θα φτάσετε εύκολα στη στάση του κέντρου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στάθμευση
    • αστυνομία
    • Ασφάλεια
    • ιδιότητα
    • απασχόληση
    • αρχηγείο αστυνομίας
    • γενική διεύθυνση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " station " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "station"

Φράσεις παρόμοιες με "station" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "station" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη