Μετάφραση του "stylo" σε Ελληνικά

Οι στυλό, στιλό, γραφίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stylo" σε Ελληνικά.

stylo noun masculine γραμματική

Ustensile, généralement de forme tubulaire, contenant de l'encre, utilisé pour écrire ou dessiner. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στυλό

    noun neuter

    à trier [..]

    Tom m'a donné un stylo.

    Ο Τομ μου 'δωσε έναν στυλό.

  • στιλό

    noun

    J'ai cherché dans son sac aujourd'hui, pour un stylo.

    Βίτια, έψαξα την τσάντα της σήμερα, ήθελα ένα στιλό.

  • γραφίδα

    noun feminine

    Les empreintes du stylo étaient toujours sur le moule.

    Οι εμφανίσεις από τη γραφίδα ήταν ακόμα στο καστ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στυλό διαρκείας
    • φυλακή βαρυποινιτών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stylo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stylo"

Φράσεις παρόμοιες με "stylo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stylo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη