Μετάφραση του "suffisance" σε Ελληνικά
Το επάρκεια είναι η μετάφραση του "suffisance" σε Ελληνικά.
suffisance
noun
feminine
γραμματική
-
επάρκεια
nounCes moyens sont, par exemple : l'approfondissement politique, la cohésion économique et sociale et la suffisance budgétaire.
Παραδείγματος χάριν, μέσα είναι: η πολιτική εμβάθυνση, η οικονομική και κοινωνική συνοχή και η δημοσιονομική επάρκεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suffisance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη