Μετάφραση του "supplication" σε Ελληνικά

Το ικεσία είναι η μετάφραση του "supplication" σε Ελληνικά.

supplication noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικεσία

    noun feminine

    La supplication est une sollicitation humble et ardente.

    Ο όρος δέηση έχει να κάνει με την ταπεινή, ένθερμη ικεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supplication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supplication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη