Μετάφραση του "supposition" σε Ελληνικά

Οι υπόθεση, αλαζονεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supposition" σε Ελληνικά.

supposition noun feminine

Prédiction faite sans preuve concrète. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine

    Fait de considérer comme accordé, ou d'accepter quelque chose comme une preuve. [..]

    Tu veux rejeter ton entrainement sur l'incertaine supposition selon laquelle ta mère serait toujours en vie.

    Θα πετάξεις μακριά την εκπαίδευση σου για την αβάσιμη υπόθεση ότι η μητέρα σου παραμένει ζωντανή.

  • αλαζονεία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supposition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supposition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη