Μετάφραση του "surcharger" σε Ελληνικά

Οι υπερφόρτωση, υπερχρεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surcharger" σε Ελληνικά.

surcharger verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερφόρτωση

    noun feminine

    La principale infraction commise est la surcharge du véhicule.

    Η κυριότερη παράβαση που διαπράττεται είναι η υπερφόρτωση του οχήματος.

  • υπερχρεώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surcharger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "surcharger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surcharger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη