Μετάφραση του "syncope" σε Ελληνικά

Οι λιποθυμία, συγκοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "syncope" σε Ελληνικά.

syncope noun feminine γραμματική

Perte de connaissance [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιποθυμία

    noun feminine

    La syncope vaso-vagale est causée par le système nerveux autonome.

    Παροδική αγγειακή και νευρογενής λιποθυμία ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα.

  • συγκοπή

    noun

    J'étais inquiet après votre syncope que votre écroulement puisse être hypoperfusivf.

    Φοβόμουν πως μετά από την συγκοπή η κατάρρευσή σας οφειλόταν σε υποαιμάτωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " syncope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "syncope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη