Μετάφραση του "tabou" σε Ελληνικά
Οι ταμπού, ἄγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tabou" σε Ελληνικά.
Inhibition ou interdiction résultant d'une habitude sociale ou d'une aversion émotionnelle.
-
ταμπού
noun neuterInhibition ou interdiction résultant d'une habitude sociale ou d'une aversion émotionnelle.
Ce projet se penche sur un problème tabou, ce qui le rend d'autant plus important.
Το σχέδιο αυτό έρχεται αντιμέτωπο με ένα θέμα το οποίο αποτελεί ταμπού, και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.
-
ἄγος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tabou " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Tabou (Gohatto) [..]
"Tabou" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Tabou στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.