Μετάφραση του "tact" σε Ελληνικά
Οι διακριτικότητα, τακτ, διπλωματικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tact" σε Ελληνικά.
tact
noun
masculine
γραμματική
Toucher, sens par lequel on connaît ce qui est chaud ou froid, dur ou mou, uni ou raboteux, etc.
-
διακριτικότητα
nounMais son manque de tact n'aurait pas d'effet.
Ακόμα και έλλειψη της διακριτικότητα της δεν χαλόυσε την χαρά μου.
-
τακτ
nounPersonne ne t'a jamais accusée d'avoir du tact.
Κανένας δεν σε κατηγόρησε ποτέ ότι έχεις τακτ.
-
διπλωματικότητα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αβρότητα
- λεπτότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tact " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη