Μετάφραση του "tagalog" σε Ελληνικά

Οι ταγκαλόγκ, Ταγαλογικά, ταγαλογικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tagalog" σε Ελληνικά.

tagalog noun masculine γραμματική

Langue austronésienne parlée principalement dans les Philippines.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταγκαλόγκ

    noun

    Aujourd’hui, l’archipel compte dix congrégations iloko et une tagalog.

    Σήμερα υπάρχουν στη Χαβάη δέκα εκκλησίες που μιλούν την ιλόκο και μία εκκλησία που μιλάει την ταγκαλόγκ.

  • Ταγαλογικά

  • ταγαλογικά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tagalog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tagalog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη