Μετάφραση του "tard" σε Ελληνικά

Οι αργά, όψιμος, αργότερα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tard" σε Ελληνικά.

tard noun adverb masculine

Près de la fin d'une période de temps.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αργά

    adverb

    σε προχωρημένη ώρα/καθυστερημένα

    Je suis arrivé plus tard que d'habitude.

    Έφτασα αργότερα από ότι συνήθως.

  • όψιμος

    adjective
  • αργότερα

    adverb

    Je suis arrivé plus tard que d'habitude.

    Έφτασα αργότερα από ότι συνήθως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tard " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tard" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tard" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη