Μετάφραση του "technique" σε Ελληνικά

Οι τεχνικός, τεχνική, τεχνολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "technique" σε Ελληνικά.

technique adjective noun masculine feminine γραμματική

Manière d'accomplir une tâche qui n'est pas immédiatement évidente. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνικός

    adjective masculine

    La Commission adapte les annexes afin de tenir compte du progrès technique.

    Η Επιτροπή προσαρμόζει τα παραρτήματα ώστε να λαμβάνεται υπόψη η τεχνική πρόοδος.

  • τεχνική

    noun feminine

    procédé de fabrication, savoir-faire

    La Commission adapte les annexes afin de tenir compte du progrès technique.

    Η Επιτροπή προσαρμόζει τα παραρτήματα ώστε να λαμβάνεται υπόψη η τεχνική πρόοδος.

  • τεχνολογία

    noun feminine

    Cette solution est particulièrement utile dans les grandes installations ou en cas de modifications techniques fréquentes.

    Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο σε μεγάλες εγκαταστάσεις ή εάν μεταβάλλεται συχνά η τεχνολογία που αυτές χρησιμοποιούν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέθοδος
    • κατάρτιση
    • επιστήμη της μηχανικής
    • εφαρμοσμένη επιστήμη
    • τεχνική μέθοδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " technique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "technique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "technique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη