Μετάφραση του "tenace" σε Ελληνικά

Οι επίμονος, πεισματάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenace" σε Ελληνικά.

tenace adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίμονος

    adjective

    Comme ces lésions, la fatigue que je ressens et cette toux tenace.

    Αυτό και αυτές οι κακώσεις και η κόπωση που νιώθω και ο επίμονος βήχας.

  • πεισματάρης

    adjective

    Je suis tenace, mais c' est un combat que je crains de ne pouvoir remporter

    Ξέρεις ότι είμαι πεισματάρης, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορώ να νικήσω αυτή τη μάχη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tenace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tenace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη