Μετάφραση του "test" σε Ελληνικά

Οι δοκιμή, τεστ, εξέταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "test" σε Ελληνικά.

test noun masculine γραμματική

Une session pendant laquelle un produit ou un équipement est placée dans des conditions habituelles ou extrêmes et où l'on examine sa durabilité, etc. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμή

    noun feminine

    opération pour vérifier la véracité de quelque chose

    Trois rats doivent être utilisés pour chaque test.

    Τρεις επίμυς πρέπει να χρησιμοποιούνται σε κάθε δοκιμή.

  • τεστ

    noun

    Nous avons parlé du test d'hier.

    Μιλήσαμε για το χθεσινό τεστ.

  • εξέταση

    noun feminine

    Dans les tests case, l'examen du dossier individuel a cette même finalité.

    Στις υποθέσεις που δημιουργούν προηγούμενο, η εξέταση του ατομικού φακέλου έχει τον ίδιο σκοπό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαγώνισμα
    • έλεγχος
    • δοκιμασία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " test " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "test" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "test" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη