Μετάφραση του "textile" σε Ελληνικά

Οι ύφασμα, Ύφασμα, κλωστοϋφαντουργικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "textile" σε Ελληνικά.

textile adjective noun masculine γραμματική

Matière faite de fibres naturelles ou synthétiques, et utilisée pour la fabrication d'objets tels que des vêtements ou des meubles.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφασμα

    noun neuter

    Matière faite de fibres naturelles ou synthétiques, et utilisée pour la fabrication d'objets tels que des vêtements ou des meubles.

    «Le sous-chapitre I, qui comprend des articles en tous textiles, ne s'applique qu'aux articles confectionnés.»

    «Το τμήμα Ι, που περιλαμβάνει είδη από οποιοδήποτε ύφασμα, εφαρμόζεται μόνο στα έτοιμα είδη.»

  • Ύφασμα

    tout matériau susceptible d'être tissé

    Un cordon élastique en matière textile est cousu au coin supérieur de chaque triangle.

    Στη μυτερή άνω απόληξη κάθε τριγώνου ράβεται ιμάντας από ελαστικό ύφασμα.

  • κλωστοϋφαντουργικός

    Le textile est un secteur complexe qui représente une part importante de l'activité économique des États membres.

    Ο κλωστοϋφαντουργικός τομέας είναι πολύ περίπλοκος και αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στα κράτη μέλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " textile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "textile"

Φράσεις παρόμοιες με "textile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "textile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη