Μετάφραση του "tome" σε Ελληνικά
Το τόμος είναι η μετάφραση του "tome" σε Ελληνικά.
tome
noun
masculine
γραμματική
Une volume d'une publication
-
τόμος
noun masculineédition spéciale hongroise chapitre 03 tome 10 p.
Ειδική έκδοση στην ουγγρική γλώσσα Κεφάλαιο 03 τόμος 10 σ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tome " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "tome"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη