Μετάφραση του "tonsure" σε Ελληνικά

Το κούρεμα καθολικών ιερωμένων είναι η μετάφραση του "tonsure" σε Ελληνικά.

tonsure noun verb feminine γραμματική

Région sans cheveux sur la tête à cause de la perte de cheveux et qui s'étend graduellement.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κούρεμα καθολικών ιερωμένων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tonsure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tonsure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη