Μετάφραση του "trafiquant" σε Ελληνικά

Το εμπορευόμενος είναι η μετάφραση του "trafiquant" σε Ελληνικά.

trafiquant noun verb masculine γραμματική

Personne qui participe à des affaires pour en tirer un profit plus ou moins illégalement.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπορευόμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trafiquant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trafiquant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trafiquant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη