Μετάφραση του "unir" σε Ελληνικά

Οι ενώνω, συνδέω, σμίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unir" σε Ελληνικά.

unir verb γραμματική

Mettre deux ou plusieurs choses ou activités ensembles. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενώνω

    verb

    Ce qui les a unis au cours de la dernière décennie, ce sont les moyens d'obtenir la majorité.

    Αυτό που τους ένωνε, ήταν τα μέσα για την επίτευξη πλειοψηφίας.

  • συνδέω

    verb

    Disaccharide non réducteur constitué de deux fractions de glucose unies par une liaison glycosidique α,1,1.

    Μη αναγωγικός δισακχαρίτης που αποτελείται από δύο τμήματα γλυκόζης που συνδέονται με α-1,1 γλυκοζιτικό δεσμό.

  • σμίγω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη