Μετάφραση του "usure" σε Ελληνικά
Οι τοκογλυφία, τριβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "usure" σε Ελληνικά.
usure
noun
feminine
γραμματική
intérêt qu’on exige d’un argent ou d’une marchandise prêtée
-
τοκογλυφία
noun feminineSimonie, usure, luxure publique et empoisonnement, peut-être
Σιμωνία, τοκογλυφία, δημόσια ασέλγεια. Και για δηλητηρίαση ίσως.
-
τριβή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " usure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη