Μετάφραση του "utiliser" σε Ελληνικά
Οι χρησιμοποιώ, μεταχειρίζομαι, χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utiliser" σε Ελληνικά.
Faire l'usage d'un objet, souvent pour atteindre un but précis. [..]
-
χρησιμοποιώ
verbCette pièce est utilisée comme cuisine.
Αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιείται ως κουζίνα.
-
μεταχειρίζομαι
verbCertains pensent qu'ils ne valent rien, et les utilisent de façon cruelle.
Μερικοί δεν τους δίνουν καμία αξία και τις μεταχειρίζονται με απρέπεια.
-
χρήση
noun feminineLes mesures sont réalisées en utilisant un signal vidéo dynamique représentatif des contenus télévisés typiques
Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται με χρήση δυναμικού τηλεοπτικού σήματος εκπομπής περιεχομένου που αντιπροσωπεύει το τυπικό εκπεμπόμενο περιεχόμενο τηλεοπτικών εκπομπών
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταναλίσκω
- αξιοποιώ
- καταναλώνω
- μεταχειριζομαι
- συνήθεια
- δαπανώ
- αναλώνω
- επιδίδομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utiliser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utiliser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μονάδες υποστήριξης που χρησιμοποιήθηκαν
-
μονάδες υποστήριξης που χρησιμοποιήθηκαν
-
μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σας; · μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σου;
-
χρησιμοποιούμενος
-
περιαγωγή
-
ενεργό αρχείο
-
χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση
-
διοχέτευση