Μετάφραση του "ventiler" σε Ελληνικά
Οι αερίζω, καταμερίζω, διανέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventiler" σε Ελληνικά.
ventiler
verb
γραμματική
Exposer à l'air frais.
-
αερίζω
verb -
καταμερίζω
verbi) chaque fois que cela est possible, les catégories communes de coûts sont ventilées sur la base de l'analyse directe de l'origine de ces coûts;
i) οσάκις είναι εφικτό, τα κοινά έξοδα καταμερίζονται σε κατηγορίες με βάση την άμεση ανάλυση της προέλευσής τους,
-
διανέμω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ventiler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη