Μετάφραση του "verbalement" σε Ελληνικά

Οι προφορικά, φραστικά, λεκτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbalement" σε Ελληνικά.

verbalement adverb

De manière parlée, par opposition à par écrit.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφορικά

    adjective noun

    La Commission a dû renouveler ses demandes d'informations, qui ont souvent été fournies verbalement.

    Η Επιτροπή υποχρεώθηκε να ζητήσει επανειλημμένα την παροχή πληροφοριών, οι οποίες συχνά της παρασχέθηκαν προφορικά.

  • φραστικά

    Nombre de nos frères et sœurs ont été maltraités verbalement et physiquement par des policiers.

    Πολλοί από τους αδελφούς και τις αδελφές μας έχουν υποστεί φραστική και σωματική κακομεταχείριση από αστυνομικούς.

  • λεκτικά

    Menacer, diffuser des rumeurs, attaquer physiquement ou verbalement quelqu'un ou exclure intentionnellement quelqu'un d'un groupe.

    Απειλές, φήμες, επίθεση λεκτική ή σωματική ή αποκλεισμός κάποιου από μια ομάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbalement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbalement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη