Μετάφραση του "verrouiller" σε Ελληνικά

Οι κλειδώνω, κλειδαριά, κλείδωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verrouiller" σε Ελληνικά.

verrouiller verb γραμματική

Fermer ou sécuriser une porte, une fenêtre, un bâtiment par l'utilisation d'une ou de plusieurs serrures. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειδώνω

    verb

    J'ai choisi un endroit tranquille, où on ne verrouille pas sa porte.

    Και μετακόμισα σ'ένα ασφαλές μέρος, όπου δε χρειάζεται να κλειδώνω τις πόρτες τη νύχτα.

  • κλειδαριά

    noun feminine

    Mais je garde ma porte verrouillée et personne ne trafique ma clé.

    αλλά κρατάω την πόρτα μου κλειδωμένη, και κανείς δεν παραβιάζει την κλειδαριά μου.

  • κλείδωμα

    Nous resterons verrouillés sur vous en cas d'ennuis.

    Θα κρατήσουμε ένα ενεργό κλείδωμα στο μεταφορέα και θα σας τραβήξουμε έξω σε οποιοδήποτε σημάδι προβλήματος.

  • αμπαρώνω

    Verb verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verrouiller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verrouiller" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verrouiller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη