Μετάφραση του "vert" σε Ελληνικά

Οι πράσινος, πράσινο, άγουρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vert" σε Ελληνικά.

vert adjective noun masculine γραμματική

De couleur verte [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράσινος

    adjective masculine

    De couleur verte [..]

    Tom a les cheveux blonds et les yeux verts.

    Ο Τομ έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια.

  • πράσινο

    noun neuter

    Couleur [..]

    Tom a les cheveux blonds et les yeux verts.

    Ο Τομ έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια.

  • άγουρος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρασινάδα
    • πάρκο
    • αγίνωτος
    • Πράσινο
    • γρασίδι γηπέδου γκολφ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vert"

Φράσεις παρόμοιες με "vert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη