Μετάφραση του "veuvage" σε Ελληνικά

Το χηρεία είναι η μετάφραση του "veuvage" σε Ελληνικά.

veuvage noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χηρεία

    noun feminine

    Toutes les demandes de pensions d'invalidité, de vieillesse et de veuvage.

    Όλες οι αιτήσεις συντάξεων αναπηρίας, γήρατος και χηρείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veuvage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veuvage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη